Η Βολισσός

Ιστορικό της Βολισσού

Ακριβές απόσπασμα από το Ιστορικό της Χίου του Γεώργιου Ζολώτα

Αλλά και λαμπρός κατ’ αντίθεσιν προς τον μέλανα, επί πάσης σημασίας και γαλήνιος επί θαλάσσης, υδάτων κλπ. 1

Εγγύς εις τα Διευχά, υπάρχει και άλλη τις θέσις λεγομένη τα Διευχούδια (κωδ. Μουντών έτη 1829) πρβλ. Νένητα Νενητούρια (= Νενητούδια) και Φυτά-Φυτούδια. Λέγεται δ’ η θέσις της μονής άλλως και Δραΰλια και Βραΰλια ή Δράλια ίσως υδραύλια ή βραβύλια ή άλλο άγνωστον.

Η Βολισσός μεγάλη κωμόπολις και πρωτεύουσα του Β.Δ. Χίου επικάθηται εις την κλιτύν του φερωνύμου λόφου, όστις είνε εν των νοτιοδυτικωτάτων πολλών προβουνίων της Αμανής και φέρει επί της κορυφής ως στέμμα μεσαιωνικόν βυζαντ. Φρούριον, συνεχόμενον μετά της κωμοπόλεως και υπό των Βολισσίων Κάστρον του Βελισσαρίου επονομαζόμενον.

Η Βολισσός μνημονεύεται, ως είδομεν, εις τους περί Ομήρου σκοτεινούς μύθους, οι οποίοι εις την Βολισσόν συγχέονται και προς τον Βελισσάριον. Ό,τι τόνομα της άλλοτε πόλεως (Αιολικής κατά τον Στεφ. Βυζ.) είνε παλαιότατον ως και αυτή η αυτόθι πόλις, είνε περιττόν να λεχθή ενταύθα. Αλλ’ ο μύθος περί Βελισσαρίου, θέλων ναποδώση την κτίσιν της μεσαιωνικής πόλεως εις τον μέγαν στρατηγόν ερμηνεύει δια του ονόματος του στρατηγού δήθεν τόνομα της πόλεως Βελισσός , – πράγματι δε και προφέρεται υπ’ ενίων χωρίων ούτω – όπερ άτοπον και μυθώδες.

Τον περί Βελισσαρίου μύθον επαναλαμβάνουσι οίτε Ιουστινιάναι και οι περιηγηταί ή παρ’ εντοπίων ακούσαντες ή αντιγράφοντες, ενώ αναφέρουσιν αφ’ ετέρου τον τε Ομήρου μύθον και τον του Οδυσέως (ο Ιερώνυμος σχετίζει το Ulisse προς το Volisso ). Η περί του Βελισσαρίου παράδοσις γράφεται υπό τούτων ομοιομόρφως σχεδόν, ότι δηλ. ο Βελισσάριος τυφλός και εξόριστος εξήλθε ναυαγός εις τας δυτικάς ακτάς της Χίου και αποβάς εις Βολ. έκτισε το κάστρον αυτής 2. Οι Πιτυανοί έχουσι κάποιαν παραλλαγήν του μύθου λέγοντες ότι ο Βελισσάριος ήτο εγγράμματος άνθρωπος και κατήγετο εκ Σμύρνης είχε δε πολλούς μαθητάς. Των μαθητών του εις Βολίσσιος τω υπεξήρεσεν εν βιβλίον σπουδαίον, ζητών δ’ ούτος το βιβλίον ήλθε και εις Χίον. Αποβάς εις Βρουλλίδια (μεταξύ Δελφινιού και Παρπάντων) 3, διηυθύνθη εις Καρφωτόν (β. μεταξύ Καρδ και Πιτ) και εκείθεν εις Φλώρι. Ο μαθητής ήτο εις την Βολισσόν «διότι οι Βολισιανοί ήσαν πολύ γραμματισμένοι» και φθάσας ο διδάσκαλος εκεί, εκρατήθη υπό των αυτόθι φιλομαθών ανθρώπων και ούτω έκτισε βραδύτερον και το κάστρον.

Υπό το μεσαιωνικόν τούτο ένδυμα αναγνωρίζει τις ευκόλως παλαιότερον μύθον, του Ομήρου ως γνωστόν καταγομένου εκ Σμύρνης και εις Χίον ελθόντος και διδάξαντος (Βλ. Ψευδοηρόδοτον, Βατραχομυομαχίαν εν Βολ. κτλ.). Η παρεισαγωγή του Βελισσαρίου είνε μεσαιωνική και δικαιολογείται αφ’ ενός μεν δια την ομοιότητα του ονόματος (Βελισσός – Βελισσάριος) αφ’ ετέρου δε δια την εγκατάστασιν όντως πολλών εξορίστων στρατηγών, μεγιστάνων κλ. εις Βολισσόν (Βλ. επώνυμα Βυζ. εν Χίω και χιακ. Γενεαλολογίαν). Ο Ιερώνυμος προβαίνει μέχρι του να είπη ότι η Βολισσός ήτο κατά τους μέσους χρόνους η πρωτεύουσα της Χίου πόλις, έδρα των αρχών κλ. προσθέτων ότι οι Ιουστινιάναι ανεγνώρισαν εις τους αυτόθι απογόνους των Φωκάδων και άλλων βασιλικών γενών προνόμια ιδιαίτερα, ατέλειαν και άλλα σχετικά, εις ταύτα δ’ ίσως να περιέχεται και η γνωστή ανεξάρτητος από της λοιπής Χίου εκκλησία της Βολισσού, η αναγνώρισις δηλ. της εκκλησιαστικής ταύτης ανεξαρτησίας.

Είνε αληθές ότι της μεσαιωνικής πόλεως η έκτασις ήτο μεγίστη των δε βυζ. τοπωνυμίων το πλήθος ομοίως μέγα, ώστε δεν είνε τελείως αδιακιολόγητον το υπό του Ιερωνύμου λεγόμενον και δια τούτο δέον να δεχθώμεν την μεσαιωνικήν Βολισσόν, ως αξιόλογον τινα πόλιν του βορείου της νήσου. Πεδιάς αξιόλογος μετά κήπων και άλλου τόπου ευφορωτάτου πλαισιοί την κωμόπολιν, ενώ αι άμπελοι της Αριουσίας δίδουσι και σήμερον τον άριστον χιακόν οίνον εν τω βορ. δυτ. τούτω τμήματι. Αι γενοατικαί πηγαί λέγουσιν ότι επί γενοατοκρατίας η Βολισσός είχεν 700 όλας οικίας, απείρους εκκλησίας, μεγάλην παραγωγήν μετάξης (5,000 λίτρας), ελαίου σύκων, σιτηρών.

Το κάστρον είχε πολλούς πύργους, κιστέρνας, εκκλησίας και διαφόρους άλλας οικοδομάς, αι οποίαι αποκαλύπτονται συχνά υπό τα ερείπια των σημερινών οικιών ή οπόταν νέαι οικίαι θεμελιούνται εις τας παλαιάς συνοικίας του χωρίου, το οποίον κατείχε τας θέσεις Πύργος , Χωρή και Πυθώνας . Το ανών. χειρ. λέγει ότι υπέρ το κάστρον, επί του βυνού ( sopra la montagna ) fosse l ‘ albergo d ‘ un dragone = ήτο η κατοικία , ή το ορμητήριον ενός δράκοντος , ερμηνεύον ασφαλώς του Πυθώνος τόνομα και διασώζον άμα την τοπικήν παράδοσιν.

Τινές των περιηγητών (οι Theb . Piac . Ανών. χειρογρ.) κακώς κρίνουσι τον λαόν της Βολισσού, διακρίνοντες τρόπον τινά τον χαρακτήρα και τας έξεις από των λοιπών Χίων και τούτο ίσως διότι είχον παραμείνη οι βορειοδυτικοί όλοι της νήσου κάτοικοι έξω πως της γενοατικής επιρροής δια τινα λόγον. Πράγματι δ’ ουδέν ίχνος ειτ’ επιγραφής λατινικής, είτε φανερού γενοατικού τοπωνυμίου, είτε καστελλίου, είτε πύργου, απαντά τις εις το τμήμα εκείνο, του οποίου πρωτεύουσα ήτο η Βολισσός. Αναφέρουσι δ’ ομοίως μετ’ αποτροπιασμού και την ενδημικήν νόσον λέπραν, υφ’ ης επί αιώνας κατετρύχετο το χωρίον. Υποθέτω δ’ ότι τούτο το κακόν, το οποίον έφερον και εις την νήσον μας μεσαιωνικοί μετανάσται ή αιχμάλωτοι εκ των ψυχρών ασιατικών χωρών, έθνη βάρβαρα και αλλόφυλα, ων η εγκατάστασις πρόσκαιρος ή μόνιμος εν τη νήσω επιστώθη εκ των τοπωνυμίων, είνε η κυρία αφορμή του κακού χαρακτηρισμού των κατοίκων της Βολισσού. Οι πάσχοντες ούτοι άνθρωπιο της Βολισσού ως και οι των πλησιοχώρων συνοικισμών συνείθιζον να περιφέρωνται επαιτούντες ου μόνον εν Χίω αλλά και εν τη αλλοδαπή, σειρά δε τοιούτων λεπρών (κ. λωβών) επαιτών παρεκάθηντο εις τας οδούς της αγοράς της Κων/πόλεως και της Σμύρνης. Είνε δε άξιον παρατηρήσεως ότι τα πολλά των δηλούντων ξένα έθνη τοπωνυμίων ευρίσκομεν περί την Βολισσόν και τα Σκλαβιά, ενθ’ απαραιτήτως εγένετο εγκατάστασις σκλάβων ή σκλαβιών έχομεν δε και αυτόθι Λωβοχώρι, ήτοι απομονωτήριον Λωβών παρά το Θολοποτάμι. Ευτυχώς το κακόν τείνει να εξαλειφθή τελείως ήδη και εν Βολισσώ δια της συστηματικής από αιώνων λειτουργίας του εν τη πόλει Χίω Λεπροκομείου ή Λωβοκομείου.

Ενταύθα εγεννήθη κατά τον ΙΓ΄ ή ΙΔ΄ αιώνα η περίσεπτος τοις Χίος οσία Ματρώνα, η Χιοπολίτις, ήτις έλαβε τόνομα τούτο, διότι έζησε και ηγίασεν εν τη πόλει Χίω. Ο οίκος των Σεζένια εξ ου λέγεται ότι κατήγετο η Αγία Ματρώνα σώζεται ακόμη εις την Κατάβασιν, ένθα και ναός αξιόλογος της Αγίας. Εγεννήθη δ’ ωσαύτως ως λέγεται εις την Βολισσόν και η σεπτή παρθενομάρτυς Μαρκέλλα, ης τον ναόν και το μαρτύριον κείμενα κατά τον βορ. δυτ. της Βολ. αιγιαλόν, ένθα και αγίασμα θερμού σιδηρούχου ύδατος, θαμίζουσι πολλοί προσκυνηταί από της Χίου τε και αλλαχόθεν.

Της μεσαιωνικής Βολισσού τα παλαιά τμήματα ήσαν ως ήδη είπομεν η Χωρή , το Κάστρον , ο Πύργος και ο Πυθώνας , τα οποία ήσαν χωριστοί ποτέ συνοικισμοί. Εις την Χωρήν ήτο βεβαίως παλαιός τόπος. Σήμερον υπάρχουσι και άλλαι πολλαί θέσεις (Πυργόπουλον, Πλάκες, Στενομπόλι 4, Στενάδια) ας θαναφέρωμεν μετά των εκκλησιών της κωμοπόλεως. Εις τον Πύργον είνε η Αγία Παρασκευή, νεκροταφείον έξω του σημερινού χωρίου, ο Άγιος Γεώργιος εντός του χ. κτητορική επονομαζομένη ο Κουρουδιώτης, ο Άγιος Ιωάννης κτητ. ο Αγ. Νικόλαος μεταξύ Πύργου και Χωρής κτητ. ως και η Αγ. Κυριακή. Εις την Χωρήν είνε η Μεταμόρφωσις κτητ. ο και σήμερον καθεδρικός του χ. ναός με πολλούς παλαιούς λίθους, διακρίνεται δ’ εις δύο ναούς τον παλαιότερον και τον νεώτερον, η Παναγία της Χωρής έξω του σημερινού χωρίου, παρ’ ήν νεκροταφείον, ο Άγιος Μηνάς, ο Άγιος Γεώργιος, ο Αγ. Ελευθέριος και ο Ταξιάρχης ο επιλεγόμενος Μεσοχωρίτης , εκκλ. ενοριακή. Εις τον Πυθώνα είνε ο Ταξιάρχης (Πυθωνούσης), ο Αγ. Νικόλαος, Αγ. Γεώργιος, Αγ. Σπυρίδων, η Παναγία και ο Αγ. Ιωάννης. Εις Πλάκες η Παναγία η Χρυσοκεφάλα, μετόχιον άλλοτε των Μουνδών και η Αγία Βαρβάρα, ταφείον της συνοικίας Χωρής.

Έξω του χωρίου είνε οι πολλοί των ναών. Εις τα Βασιλικά , ο Άγιος Γεώργιος (Βασιλικούσης) και η Παναγία, εις το Κάστρον άνωθεν του χωρίου, η Αγία Μαρίνα, αδελφική και νεκροτ· σήμερον της συνοικίας Πυθώνος, η Επάνω Παναγιά, ης μετέχει και η Μονή Μουνδών, Αγ. Ιωάν. ο Χρυσόστομος, Αγ. Παντελεήμων, Αγ. Γεώργιος του Βασίλη, εις τα Κηπιά ο Ταξιάρχης (Κηπούσης) εις Λάκκους ο Αγ. Ιωάννης Πρόδρ., προς τα Διευχά η Παναγία η Καμπαναριά (βλ. επών. Καμπανάρις) ο Ταξιάρχης (εν θ. Χαλικιά), Αγ. Γεώργιος εις Λαμπειάν, Αγ. Γεωργ. εις α) Κρωτήρι, Αγ. Νικ εις Λίμνας, Παν. εις θ. Κεφάλα, η Ζωοδ. Πηγή εις θ. Λιμνιά, η Καλαμίτισσα (Παν.) ο Αγ. Αθαν. η Μεταμόρφωσις (νεκροτ.), Αγ. Απόστ. με πολλούς αρχαίους λίθους, Αγ. Αναστ., η Παν. εις Αυλότοιχον με πολλούς παλαιούς λίθους εριγασμένους, Προς δε το μέρος των Μουνδών και της Σιδηρ. ο Αγ. Γεώργιος ο Βουδιάς Αγ. Ηλίας ο Θεσβίτης προς Πραστειά, Ταξιαρχάκι Β.Δ. μετ’ επιγρ. παλαιάς Αγία Άννα (κωδ Μουνδ (763) Αγ. Νικόλαος, Αγ. Παντελεήμων θ. Αμμουδάραις, Αγ. Ισίδωρος β. Βολ., Αγ. Μαρκέλλα εις θ. Παρπαριάς Βαρβάριθον, Αγ. Παντελεήμων αυτ. και Ταξιάρχης (Ασώματος) πρςο την Παρπαρίαν, ανήκων εις την Αγ. Μαρκέλλαν.

Περί την Βολισσόν και υπέρ αυτήν είνε διάφορα μικρά χωριά, 40) η Πυραμά (πρβλ. Πύραμος, Πυραμίδα εν Πίνδω Θεσσαλίας και Πυράμην εις Ατ. Κοραή Ε΄ 324), εκ πυραμοσχήμου φυσικού ή πυραμίδος, τεχνητού υψώματος ούτω πως ονομασθείσα με ναούς Αγίου Γεωργίου, Αγ. Παντελ. Αγ. Ιωάν. εντός του χωρίου και Ταξιάρχου, Αγ. Δημητρ. Και Αγ. Ιωάν. Θεολ. εκτός αυτού, 41) Η Ποταμιά = ποταμία πρβλ. Ποταμιάν (Καλαμ. και τα Ποτάμια (Παρπ.), συνοικισθείσα εκ του Αγίου Γεωργίου, αρχαίου χωρίου με πολλά δρυς, εις την συμβολήν δύο ποταμίων, ων το μεγαλύτερον και βαθύτερον πηγάζει εκ των Πάγων (βλ. Παναγία Παγούσενα) και ονομάζεται του Κούρβουλου. Εκκλησίας έχει η Ποταμιά την Παναγίαν Δέσποιναν κοινήν με την Μισπιλούντα, τον Αγ. Αντώνιον εις την Βάτον, Αγ. Γεώργιον, κοινήν με την Πυραμάν. Από Ποταμιάς εις Κηπουριαίς υπάρχει η θέσις, η λεγομένη του Βασιλέ ο Έμπολος με φρέαρ

1 Πρβλ. και άλλων τόπων ονόματα εν Χίω δια το χρώμα επικρατήσαντα: Λευκωκιά, Νευκόλακκος (Πιτ. Φυτ.) = Λευκόλακκος, Δευκόπυλο (Καρυ.) = Λευκόπυλο.

Άσπρα Χώματα , το νοτ. αν. τμήμα της Χίου (και μερικώς εις Πυρ. και Πυτ.) Ασπροχαλικιά (Καρδ. Λαγγ.) Ασπρογιαλιά (αυτ.) Άσπρος κρεμμός (Αμ.) και Ασπρόκρεμμος (Βίκ.) Γαλάτης (Πυρ.) Γαλατού (Λεπτ.), Γαλατσάκι, Γαλατσόπετρα (πολλ.), Χιονάς (Γρυπ.), Χιονούσα (Δ. και Βολ.), Χάλαζοι, Χαλαζού, Χαλαζουσία, Αλευρεάς (Καρδ.), Αλευράς (Παρπ.), Αχιλάς (Καρδ. = φαιός, τεφρός), Ρούσος -α -ον, αλώνι, σκάλα, μύτη (Αμ. Καρδ. Πιτ. Βροντ.) ή Ρουσιά = πέτρα (Μ. Διδ. Βεσ. Πυρ.) η Ρουσσά (Καλαμ.) Ρουσσαίς = πέτραις ή πλάκες (Δ¨ωτια Πυρ. Όλυμπο = Ερουσσαίς). Ρουσολάγκαδο (Καρδ.), Ρουσοπόταμο (Λεπτ.), το Ρούσιο, του ρουσιού = σταφύλι ερυθρίζον (Αυγ. Λιθής, Πυτ.).

Μαύρος Βυθός (Μεσ.) – Κάμπος (Καρδ.) – κρεμμός (Μεσ.) – γιαλός – λάκκος (Αμ.) το Μαυρόνι (Νέν.) ο Μαυρώνας (Μιν.) η Μαύρη (Χαλ.) οι Μαύραις, (Χαλ. Πυρ.) το Μαυρί (Νεοχ.) ο Μαυρεάς (Βολ. Σιδ.) ο Μαυρομμύτης (βράχος Πιτ.) η Κορακιά = πέτρα ή άλλως και κορακόπετρα (Παρπ.) Κορακιαίς (Θυμ.) = πλάκες.

Τα Πράσινα (ν. Μεστών) η Πρασίνα (1228 Δαφν.) του Πρασίνου (Βολ.) Πρασινακρωτήρι (Παρπ.) Πρασινάδες (Θυμ.).

Παρά δε τοις ποιμέσι της βορείας Χίου ευρίσκομεν το φηρός , όπερ ίσον έστι τω λευκός, λεγόμενονε πί του θήλεος προβάτου. Από τούτου δ’ ίσως και το μεσαίων, φαρίν (ίππος) κερί ου Δουκαγγιός τε και Κοραής και άλλοι των ημετέρων άλλα εικάζουσι και φαρίτσα (Ακριτ. επ. Α. Μηλιαράκη στιχ. 347) και η φάρα (στιχ. 1197 και 1598 αυτ.).

2 Ανών. χειρογρ. Volisso é Castello sopra alta ruppe, fabbricato da Belisario generale di Giustiniano Imperatore, dove da une borrasce in trasportato, ivi lasciò stesso memoria.

3 Βλ. αυτ. θ. Απόβα.

4 Πρβλ. και Θυμ. Στενομπόλι = Στεν. εμβύλι, έμβολος.