Η Αγία Μαρκέλλα

Επιμέλεια: Φαμφαλιού Μαρία

“Της άγνείας το ρόδον και της Χίου το βλάστημα, την άγίαν Μαρκέλλαν έν ωδαίς εύφημήσωμεν τμηθείσα γαρ χειρί τη πατρική, ως φύλαξ εντολών των του Χριστού, ρώσιν νέμει και κινδύνων άπαλλαγήν, τοις προς αυτήν κραυγάζουσι* δόξα τω δεδοκότι σοι Ίσχύν, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ένεργούντι δια σου, πάσιν Ίάματα.”
Το μοναστήρι της Αγίας Μαρκέλλας βρίσκεται στο Κεφαλοχώρι της Βόρειας Χίου, τη Βολισσό, σε μια από της γραφικότερες ακρογιαλιές ανάμεσα σε πλατάνια και είναι σε θέση να φιλοξενήσει τους πιστούς.
Η Αγία Μαρκέλλα γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Βολισσό, από χριστιανή μητέρα και πατέρα ειδωλολάτρη γύρω στο 1500 μ.Χ. Σε πολύ μικρή ηλικία έχασε τη μητέρα της, ενώ στα 18 ασπάσθηκε το χριστιανισμό, κάτι που εξόργισε τον πατέρα της, ο οποίος προσπάθησε να την μεταπείσει. Άλλες φορές με το καλό και άλλες με απειλές προσπαθούσε να την κάνει να αλλάξει απόφαση.

Η απαράδεκτη αυτή συμπεριφορά του, ανάγκασε τη νεαρή τότε Μαρκέλλα να πάρει την απόφαση και να εγκαταλείψει το πατρικό της, στο χωριό και να κατευθυνθεί προς τα βουνά. Ο πατέρας της την ακολούθησε και εκείνη για να ξεφύγει κρύφτηκε σε μια βάτο στην τοποθεσία Βαρβαρίσω ή Βαρβαρέσω. Στο σημείο αυτό την βρήκε ο πατέρας της μετά από υπόδειξη κάποιου βοσκού και για να την αναγκάσει να παραδοθεί έβαλε φωτιά στη βάτο. Η Αγία Μαρκέλλα μην έχοντας άλλη επιλογή κατευθύνθηκε προς τη θάλασσα. Τα απότομα και μυτερά βράχια πλήγωναν τα πόδια της, αφήνοντας τα ίχνη της, αλλά δεν το έβαζε κάτω. Στην προσπάθεια του πατέρα της να την προλάβει τη σημάδεψε και την πληγώνει με ένα βέλος. Το αίμα της Αγίας έβαψε κόκκινα τα βράχια κατά τη διαδρομή της προς τη Σωτηρία. Αποκαμωμένη από την δύσκολη αυτή πορεία αλλά και από το «πατρικό» βέλος, με το φόβο ότι θα πέσει στην οργή και το θυμό του άκαρδου πατέρα της, προσεύχεται στο Χριστό και τον παρακαλεί να ανοίξουν τα βράχια για να κρυφτεί μέσα. Αμέσως ο βράχος άνοιξε, και η Αγία δεν πρόλαβε να κρυφτεί ολόκληρη. Ο πατέρας της πρόλαβε και τις έκοψε το στήθος και το κεφάλι τα οποία και έριξε στη θάλασσα. Οι εκδοχές για την κατάληξη της Κάρας της Αγίας ποικίλλουν. Σύμφωνα με αυτήν της Ιεράς Σκήτης των Αγίων Πατέρων, περισυλλέχθη και ετάφη στο σημείο της καμένης βάτου. Από την άλλη, ο Άγιος Νικηφόρος ο Χίος υποστηρίζει πως η Αγία Κάρα πιθανόν να βρίσκεται στην Παλαιά Ρώμη όπου ενδεχομένως να μεταφέρθηκε όταν τη Χίο εξουσίαζαν οι Γενουάτες, στοιχείο όμως το οποίο δεν είναι εξακριβωμένο. Στο βράχο όπου φιλοξενούνται τα λείψανα της Αγίας Μαρκέλλας, όταν γίνεται δέηση για την θεία «χάρη» της στις 22 Ιουλίου, η θάλασσα βράζει, χάνει την αλμυρή ιδιότητα της και αναβλύζει αγίασμα. Επίσης σύμφωνα με την παράδοση την ημέρα εκείνη η θάλασσα, που βρίσκεται πλησίον του προσκυνήματος παίρνει ένα σκούρο, σχεδόν κόκκινο χρώμα, όπως το αίμα της αγίας, που χύθηκε στα νερά αυτά.

Ο Ναός της Αγίας Μαρκέλλας ξεκίνησε ως Κτητορικός και όχι ως Ενοριακός από το 19ο αιώνα . Πιο συγκεκριμένα, μια ομάδα ανθρώπων, έχτισαν με δικά τους έξοδα την Εκκλησία και την αφιέρωσαν στη λατρεία της Αγίας. Η Εκκλησία με την περιοχή της σαν ιδιοκτησία, με τίτλο κληρονομιάς, περιερχόταν στους κληρονόμους των ανθρώπων αυτών, οι οποίοι και απαρτίζουν το λεγόμενο Αδελφάτο της Αγίας Μαρκέλλας.

Στους αρχικούς κτήτορες του προσκυνήματος περιλαμβανόταν οι οικογένειες Μαύρου, Ζορμπά, Κουγιούλη, Μακαρώνη, Κουκουνάρη, Θεοδωρήδου και Ψαρά. Οι οικογένειες αυτές με τους κληρονόμους τους, συγκροτούσαν το εκλογικό Σώμα του Αδελφάτου.

Μέχρι και τη δεκαετία του ’70, το Αδελφάτο αυτό διοικούσε το Ιερό Προσκύνημα της Εκκλησίας, εκλέγοντας κάθε 4 χρόνια με μυστική ψηφοφορία μια τετραμελή επιτροπή, η οποία και ήταν υπεύθυνη για τη διαχείριση της κινητής και της ακίνητης περιουσίας της Εκκλησίας. Ωστόσο, η εποπτεία του προσκυνήματος πέρασε στη Μητρόπολη Χίου, Ψαρών και Οινουσσών. Η σημερινή διοίκηση αποτελείται από τον Πρόεδρο, θέση που καταλαμβάνει ο εκάστοτε Μητροπολίτης, τον Αντιπρόεδρο και άλλα πέντε λαϊκά μέλη.